AMAN AMAN
Εγκαίνια έκθεσης TAVROS & Αλληλέγγυο Σχολείο Ταύρου
Εγκαίνια έκθεσης Πνευματική Εστία Νίκαιας
Διάρκεια έκθεσης
Ώρες κοινού
Καλλιτέχνες έκθεσης
Συντελεστές δημοσίου προγράμματος
Επιμέλεια
Υπεύθυνη παραγωγής
Κατασκευές
Επικοινωνία
Υπεύθυνη Τύπου
Διάρκεια πρότζεκτ
Συνεργαζόμενοι οργανισμοί & πρωτοβουλία υλοποίησης
Συνεργαζόμενοι φορείς
Τοπικοί συνεργάτες στον Ταύρο και τη Νίκαια
Οπτική ταυτότητα
Τι είναι αυτό που παίρνουμε μαζί μας όταν φεύγουμε;
Τι αφήνουμε πίσω μας;
Τι συμβαίνει όταν επιστρέφουμε;
Οι άνθρωποι μετατοπίζονται, μετατοπίζονταν και θα συνεχίσουν να μετατοπίζονται. Φεύγουν για διαφορετικούς λόγους, κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες και μια μετατόπιση δεν ολοκληρώνεται απαραίτητα με μια άφιξη. Κάποιοι φεύγουν επειδή πρέπει να το κάνουν, άλλοι επειδή φαντάζονται πως ένας άλλος τόπος ίσως και να τους προσφέρει μια διαφορετική ζωή. Κάποιοι φεύγουν και δεν επιστρέφουν ποτέ, άλλοι επιστρέφουν διαρκώς και πολλές φορές δεν αναγνωρίζουν τον τόπο που κάποτε ήξεραν ως πατρίδα. Ο τόπος έχει αλλάξει, αλλά και αυτοί επίσης. Ό,τι τους ήταν οικείο κάποτε, μπορεί τώρα να πρέπει να επαναπροσεγγιστεί, έστω κι από απόσταση. Και πιθανώς αυτή να είναι μια από τις πρώτες ρήξεις που προκαλεί η μετανάστευση: από τη στιγμή που κάποιος αρχίζει να μετατοπίζεται, η σχέση του με τον τόπο παύει να είναι απλή, αυτονόητη. Ένας τόπος μπορεί να γίνει κάτι που μπορείς να επισκεφτείς, να φανταστείς, να επισκεφτείς και να εγκαταλείψεις ξανάׄ μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα ως εδώ κι εκεί, ως παρουσία και απουσία.
Οι ιστορίες πίσω από τους λόγους που οι άνθρωποι φεύγουν είναι τόσες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που μετατοπίζονται: γενοκτονίες, πόλεμοι, πολιτικές διώξεις, κατάρρευση συστημάτων, έλλειψη δικαιοσύνης, φτώχεια, αναζήτηση εργασίας, η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, για το κάπου αλλού. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που διασχίζουν τα σύνορα με σχετική ευκολία, που μπορούν να επιστρέφουν, να κάνουν σύντομες επισκέψεις, να διαθέτουν πολλά σπίτια και να εξαρτάται από αυτούς ποιος θα είναι ο επόμενος τόπος διαμονής τους. Η μετανάστευση είναι μια τόσο ευρεία στις συνδηλώσεις της έννοια που μπορεί να αποκρύβει τόσα όσα και να αποκαλύπτει. Περιγράφει μετατοπίσεις που επιβάλλονται και μετατοπίσεις που επιλέγονται, μετατοπίσεις που είναι προσωρινές και μετατοπίσεις που καταλήγουν μόνιμες, ανθρώπους που παραμένουν δεμένοι με κάποιους τόπους και ανθρώπους προορισμένους να χάσουν κάθε πρόσβαση στον τόπο από όπου προήλθαν. Η μετανάστευση μπορεί λοιπόν να γίνει κατανοητή σε σχέση με τις ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που καθορίζουν ποιοι μετατοπίζονται και γιατί, αλλά και ποιοι επιτρέπεται να μετατοπιστούν, να επιστρέψουν και να ανήκουν κάπου.
Το ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ είναι μια έκθεση και ένα τρίμηνο δημόσιο πρόγραμμα που διερευνά τη βαθιά ριζωμένη επιθυμία, το γλυκόπικρο του να βρίσκεσαι κάπου ανάμεσα και τις κουλτούρες που γεννιούνται μέσα από ασταθείς ταυτότητες. Εστιάζει στις μακραίωνες ιστορίες των μετατοπίσεων λαών ανάμεσα στην Ανατολία, την Ελλάδα και τη Γερμανία, αλλά επεκτείνεται και ακόμα παραπέρα, φθάνοντας στις ακτές της Αμερικής, αγκαλιάζοντας ιστορίες πολύ-φυλετικών και -θρησκευτικών κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής και πέρα από αυτή (από τον υπόκοσμο και το περιθώριο). Διατρέχοντας τις ιστορίες αυτών των γεωγραφιών, συναντάμε τους πολύγλωσσους πληθυσμούς του ύστερου οθωμανικού κόσμου και τη βίαιη αναδιοργάνωση που ακολούθησε τη διάλυσή τουׄ τη χάραξη νέων εθνικών συνόρων, τον εκτοπισμό και την ανταλλαγή πληθυσμώνׄ τους πολέμους και τις πολιτικές αναταραχές του εικοστού αιώναׄ τη στρατολόγηση εργατών από την Ελλάδα και την Τουρκία στη Γερμανία κατά τη μεταπολεμική περίοδο, καθώς και τις συνεχείς μετατοπίσεις που προκαλούν η οικονομική ανισότητα και η πολιτική αστάθεια. Αυτές οι ιστορίες δεν μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά η καθεμιά τους έχει καθορίσει τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και τόπων, μεταξύ του τόπου καταγωγής και του τόπου που επιτρέπεται σε κάποιον να φτιάξει τη ζωή του. Αυτές οι ιστορίες συνεχίζονται. Εξακολουθούν να διαμορφώνουν τους τόπους που κατοικούμε, τις γλώσσες που μιλάμε, το φαγητό που μοιραζόμαστε, τις σχέσεις που κληρονομούμε και τους τρόπους που αντιλαμβανόμαστε το αίσθημα του ανήκειν. Το να στρέφεσαι προς αυτές δεν σημαίνει να επιστρέφεις σε ένα παρελθόν που μπορεί να αποκατασταθεί, αλλά να αναγνωρίζεις τι έχει παραμείνει άλυτο, τι έχει αλλάξει και τι μπορεί να μας επιτρέψει να (μετα)κινηθούμε διαφορετικά στο μέλλον.
Πιθανώς αυτό που μεταβάλλεται με τη μετανάστευση δεν είναι μόνο το πού ζούμε, αλλά και η ιδέα του πού ανήκουμε. Από τη στιγμή που ξεκινά η μετακίνηση, το μέρος που αφήνουμε πίσω δεν μπορεί να παραμείνει αναλλοίωτο, αλλά ούτε και ο άνθρωπος μένει ο ίδιος. Η επιστροφή δεν είναι απαραίτητα μια αντίστροφη αναχώρηση. Κάποιος μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του και να συνεχίσει να νιώθει εκτοπισμένος ή να ανακαλύψει ότι όσα θυμόταν ως πατρίδα, τώρα υπάρχουν μόνο μερικώς στον τόπο που βρίσκονταν παλιά. Ο Τζον Μπέρτζερ αντιλαμβάνεται το σπίτι ως κάτι παραπάνω από ένα τόπο διαμονής: πρόκειται για το κέντρο από όπου ο κόσμος γίνεται κατανοητός και αποκτά νόημα. Το να τον εγκαταλείψεις σημαίνει επίσης να αποδιοργανώσεις το κέντρο γύρω από το οποίο ο κόσμος σου έχει στηθεί. Και γράφει ακόμα: «Το να μεταναστεύεις σημαίνει πάντα να αποδιοργανώνεις το κέντρο του κόσμου και κατά συνέπεια να μετατοπίζεσαι προς έναν χαμένο, αποπροσανατολισμένο κόσμο θραυσμάτων.»[1] Αλλά τι συμβαίνει μετά από αυτή τη διάλυση; Αν η μετανάστευση μπορεί να απορρυθμίσει το κέντρο από όπου κάποτε γινόταν κατανοητός ο κόσμος, μπορεί άραγε ένα άλλο κέντρο να αναδυθεί από τα θραύσματα;
Κι όμως οι ζωές των μεταναστριών εργατριών μάς λένε το τι μπορεί να προκύψει ζώντας κάπου αλλού. «Δεν ήθελα να επιστρέψω. Ήξερα ότι προτιμούσα να αφήσω τους καρπούς των κόπων μου εδώ παρά τις ελπίδες μου»[2] έγραφε η Φιλίζ Τάσκιν, μια από τις μετανάστριες εργάτριες, που διέμενε στον κοιτώνα Τελεφούνκεν στο Κρόιτσμπεργκ μεταξύ 1963 και 1969, όπου φιλοξενούνταν 193 εργάτριες από την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία ως μέρος της συμφωνίας στρατολόγησης εργατών μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αυτών των κρατών τη δεκαετία του 1960. Οι κοιτώνες, όπου δημιουργούνταν οι φιλίες μεταξύ εργατριών από διαφορετικά έθνη, αποτελούσαν επίσης και μέρη κοινωνικού και πολιτικού ακτιβισμού και αυτονομίας των γυναικών. Παρείχαν στέγη σε εργάτριες που δίσταζαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, όπου οι ζωές τους εκεί πολύ πιθανόν να περιορίζονταν περισσότερο από πατριαρχικές οικογενειακές νόρμες και πιθανώς από πιο ασταθείς πολιτικές συνθήκες. Έστελναν όμως γράμματα στην πατρίδα από ασφαλή απόσταση. Εδώ, η απόσταση από το σπίτι δεν ήταν μόνο μια συνθήκη αποχωρισμού. Ευνοούσε επίσης την πιθανότητα να στηθούν άλλες σχέσεις, άλλες μορφές ανεξαρτησίας.
Ίσως πρέπει κανείς να φύγει προκειμένου να ανακαλύψει συγγένειες που δεν μπορούσε να διακρίνει όσο ήταν στην πατρίδα του. Οι διασπορές που εμφανίστηκαν σε όλη την έκταση του ύστερου οθωμανικού κόσμου, και πέρα από αυτόν, έφερε σε επαφή ανθρώπους από διαφορετικές κοινότητες, δημιουργώντας δεσμούς που ίσως δεν θα ήταν ποτέ εφικτοί στους τόπους που άφησαν πίσω τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ γεφυρώνει δύο σύγχρονες γειτονιές που μοιράζονται πολλές ιστορίες μετανάστευσης. Συνδέει τον Ταύρο με την Νίκαια, μέρη της Αθήνας όπου πρόσφυγες από την Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν το 1922 και μέρη που εξακολουθούν να στέκουν αλληλέγγυα απέναντι στις πιο πρόσφατες αφίξεις μεταναστών. Στη Νίκαια, η έκθεση δορυφόρος θα φιλοξενηθεί σε ένα από τα προσφυγικά σπίτια που σώζονται ακόμα. Κάποια σπίτια κατοικούνται από απογόνους των οικογενειών που πρωτοεγκαταστάθηκαν εδώ, ενώ άλλα από πιο πρόσφατους μετανάστες. Και ακόμα περισσότερα από αυτά χαρακτηρίστηκαν από την πολιτεία ως κτίρια χωρίς ιδιαίτερη ιστορική αξία, που δεν χρήζουν συντήρησης και αφέθηκαν να ρημάξουν. Το ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ σκοπίμως στρέφει την προσοχή μας σε αυτούς τους αρχιτεκτονικούς μάρτυρες και την σημασία τους ως μορφές αρχειακής μνήμης. Παρομοίως, μέσα από τη συνεργασία με αρμένικες κοινότητες της Αθήνας, η έκθεση υπογραμμίζει την μακροχρόνια δέσμευση για τη διάσωση και την καλλιέργεια υβριδικών ταυτοτήτων, όπως επίσης και το δημιουργικό δυναμικό της πολυγλωσσίας – κάθε γλώσσα εξάλλου φέρει τις δικές της ιστορίες. Συνδέοντας αυτές τις δύο γειτονιές, τις κοινότητες που τις συνθέτουν, καθώς και τις ιστορίες που φέρνουν μαζί τους, το ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ φιλοδοξεί να προσφέρει ένα ξαναδιάβασμα της ιστορίας από το περιθώριο, μέσα από γλώσσες που ακούγονται λιγότερο, από ανθρώπους λιγότερο ορατούς. Επιμένει ότι αυτές οι ιστορίες παραμένουν ακατάτακτες, πλούσιες σε αντιφάσεις και πολλαπλότητες. Αφηγείται ιστορίες ατομικές αλλά και συλλογικές, μέσα από φωνές των εκπατρισμένων, των ανέστιων, ανθρώπων της διασποράς, των ηττημένων, όσων είχαν το κουράγιο να αρχίσουν από την αρχή ξανά τη ζωή τους.
Στον ίδιο χρόνο, η έκθεση εξετάζει την πράξη της συνάντησης ως ένα βασικό παράγοντα για το πώς ορίζουμε τους εαυτούς μας. Απηχεί τον ισχυρισμό του Ντεριντά ότι «η φιλοξενία είναι η ίδια η κουλτούρα»[3] και επιμένει ότι η ταυτότητα και κατ’ επέκταση η κουλτούρα διαμορφώνονται μέσω της ετερότητας, σε σχέση πάντα με τους άλλους. Ή παραφράζοντας τον Λεβινάς, η φιλοξενία προηγείται της ατομικής ηθικής και της υπακοής στους νόμους του κράτους πρόκειται για μια θεμελιώδη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ξένοι, υποστηρίζει, πρέπει να καλωσορίζονται χωρίς απώτερα κίνητρα σχετικά με την ταυτότητα ή τη χρησιμότητά τους, και είναι αυτή ακριβώς η γενναία πράξη του καλωσορίσματος, της συμπερίληψης και της ενσυναίσθησης, πέρα από μια απλή ανοχή, που πρέπει να υπερασπιστεί. Κάθε φορά που κάποιος φεύγει, φτάνει και κάπου, και κάθε φορά που κάποιος φτάνει, έρχεται από κάπου αλλού, και κάθε τέτοια ιστορία ως αφήγηση ή τραγούδι αναχωρήσεων και αφίξεων είναι τόσο οικουμενική όσο και συγκεκριμένη, με θέμα ταραχώδεις πατρίδες, ασταθείς τόπους και την κατάσταση του να βρίσκεσαι κάπου ανάμεσα.
Έτσι, το ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ παίρνει το όνομά του από το τραγούδι, από μια φωνητική χειρονομία, μια φράση που ακούγεται σε όλη την ελληνική και τουρκική μουσική παράδοση και υπερβαίνει τα γλωσσικά σύνορα, κουβαλώντας ένα αίσθημα που γίνεται κατανοητό χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται μετάφραση. Αντηχεί σαν ένας μακρόσυρτος θρήνος, ένας αναστεναγμός ή μια έκκληση που επιμένει: είμαστε εδώ, με την οδύνη, τη λαχτάρα και τη χαρά μας.
Το Hayat (2026), μια νέα ανάθεση στον Cevdet Erek, που στα αραβικά και τα τουρκικά σημαίνει καρδιά, αντηχεί την αρχιτεκτονική των σπιτιών της Βόρειας Ελλάδας, της σύγχρονης Τουρκίας και των Βαλκανίων. Το έργο προσκαλεί τον επισκέπτη σε έναν χώρο που ακροβατεί μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου: μια κατασκευή που ανακαλεί την οικειότητα ενός σπιτιού, αλλά χωρίς προσωπικά ίχνη τα οποία θα όριζαν την ταυτότητά του, αφήνοντας χώρο στη μνήμη και τη φαντασία του καθένα. Το Hayat διαχέεται στον χώρο, αντανακλώντας τη διαδικασία της ανάμνησης ενός τόπου ως κάτι ασταθές και διαφεύγον. Παράλληλα, υποδηλώνει το σπίτι ως κάτι που υπερβαίνει τους περιορισμούς του χώρου, παρά ως κάτι που βιώνεται εντός των ορίων του, και μπορεί να μεταφερθεί, ανασκευαστεί και κατοικηθεί εκ νέου μέσω της μνήμης και των ανθρώπινων σχέσεων.
Στο A Curse that Turns Gold into Ladybugs (2025-2026), η Vartan Avakian εξετάζει τον μύθο του «Αρμένικου χρυσού» στην Τουρκία και τη διαρκή γοητεία που ασκεί μέσα από τα κυνήγια θησαυρού, τις θεωρίες συνομωσίας και όλες τις ιστορίες που το περιβάλλουν. Στο έργο, κρυπτικοί χάρτες, ξόρκια και φυλαχτά παραπέμπουν σ’ έναν υποτίθεται θαμμένο θησαυρό, αλλά επιπλέον και σε τόπους και ζωές που χάθηκαν λόγω εκτοπισμών. Οι χάρτες των θησαυρών, στο επίκεντρο της έρευνας της Avakian, γίνονται ντοκουμέντα μιας επιθυμίας συνδεδεμένης με την άρνηση της ιστορικής απώλειας. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων, ο μύθος του αρμένικου χρυσού εξακολουθεί να έρχεται στην επιφάνεια μέσα από ιστορίες, διαδικτυακές συνεδρίες και φαντασιώσεις γύρω από έναν υποτίθεται κρυμμένο πλούτο, αποκαλύπτοντας πώς η κληρονομιά της στέρησης παραμένει παρούσα στο τούρκικο συλλογικό φαντασιακό.
Το νέο φιλμ-δοκίμιο Promised You a Miracle (2026) της Didem Pekün ακολουθεί ένα ατέρμονο ταξίδι σε γη, θάλασσα και αέρα, με κατεύθυνση ένα άφταστο θαύμα. Καταιγίδες, φάλαινες, ηφαίστεια και τοπία συνυπάρχουν με ανθρώπους και ζώα που συναντά και αφήνει πίσω κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Με αφορμή τις σκέψεις των Χάνα Άρεντ και Τίμοθυ Μόρτον, όπως και του Βιβλίου των Θαυμάτων, το φιλμ συνδέει τη μετανάστευση με την προσδοκία ενός θαύματος και την επιθυμία για ένα μέλλον περισσότερο βιώσιμο από το παρόν. Μέσα από μια διαιρεμένη οθόνη και ένα ασταμάτητο ταξίδι, το φιλμ δημιουργεί ένα μοντάζ που συνδέει ανθρώπινα και μη ανθρώπινα πλάσματα, και τα οποία αναμένουν να ανοίξει μια έξοδος διαφυγής από έναν κόσμο που φαίνεται να έχει φτάσει σε αδιέξοδο.
Στο Ypsilon (2026), η Βαλίνια Σβορώνου δημιουργεί ένα έργο από ασπρόμαυρες κινούμενες εικόνες σε τρία μέρη, που κινείται μεταξύ Αθήνας και Σχοινουδίου Ίμβρου. Ο τίτλος αναφέρεται στο γράμμα Υ, το οποίο διατηρεί στη νεοελληνική γραφή ίχνη παλιότερων ήχων, ενώ στην πυθαγόρεια παράδοση συνδέεται με σταυροδρόμια και στιγμές που καλείται κανείς να επιλέξει κάτι. Το πρώτο μέρος ξεκινά με την εμπειρία της καλλιτέχνιδος να σχεδιάζει το γυμνό μοντέλο κατά τη διάρκεια των σπουδών της στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, συνδέοντας αυτή την επαναλαμβανόμενη πρακτική και τη διαδρομή προς τη σχολή μέσω της Ομόνοιας με την ιστορία της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και τα ευρωπαϊκά πρότυπα που τη διαμόρφωσαν. Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στο Σχοινούδι και σε μια οικογενειακή ιστορία μετανάστευσης και επαναπατρισμού, όπου ερείπια, ένα παλιό çevre (τσεβρές, παραδοσιακό κεντημένο υφαντό), οικογενειακές αφηγήσεις και καθημερινά αντικείμενα συναντούν ένα τοπίο που υπάρχει τόσο στο παρόν όσο και στη μνήμη. Στο τρίτο μέρος, όλα αυτά τα στοιχεία μεταμορφώνονται και επανεμφανίζονται μέσω διαγραφών και μετατοπίσεων στην εικόνα. Μέσα από μεταμορφώσεις, διαγραφές και επανεμφανίσεις του σχεδίου, το Ypsilon επιστρέφει στο σημείο πριν οι δρόμοι χωριστούν, διατηρώντας τα αντικείμενά τους σε μια μεταιχμιακή κατάσταση μεταξύ μετακίνησης και επιστροφής, μνήμης και παρόντος, περιγράφοντας με ποιο τρόπο ό,τι έχει αλλάξει ή χαθεί, συνεχίζει να αφήνει ίχνη στο παρόν.
Το γλυπτό Ικέτις (1964) του Βάσου Καπάνταη (1924-1990) παρουσιάζει τη μορφή μιας ανθρώπινης φιγούρας στα γόνατα, σε στάση ικεσίας. Παραπέμπει σε προσευχή, παράκληση ή έκκληση για έλεος, αλλά και σε μια στιγμή παύσης και ξεκούρασης, ένα κουλούριασμα δίνοντας την αίσθηση ότι θέλει να προστατευθεί από τον έξω κόσμο. Η φιγούρα, τόσο μικρή που μπορεί να χωρέσει σε μια παλάμη, υποδηλώνει την ευαλωτότητα και την αν(τ)οχή, την ανάγκη να ζητήσεις βοήθεια, και την ανάγκη απλώς να σταθείς ακίνητος, άπραγος για λίγο. Ο Καπάνταης, εικαστικός και ποιητής, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη από γονείς πρόσφυγες που είχαν μόλις εκδιωχθεί από την Πέργαμο (Μικρά Ασία). Η καλλιτεχνική του πρακτική επέστρεφε συχνά σε αυτή την αίσθηση της απώλειας και της διαγραφής. Είχε αναθέσεις για πολλά δημόσια γλυπτά, τα οποία εκτίθενται ακόμα στη Νέα Σμύρνη, μια περιοχή της Αθήνας με την οποία συνδέθηκε στενά και που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα υπαίθριο γλυπτικό πάρκο αφιερωμένο στο έργο του.
Το A Tatavla Gothic (2026) είναι μια νουβέλα της Marina Papazyan, η οποία αντιπαραθέτει μια λογοτεχνική φιλοδοξία στις συνθήκες της ύστερης οθωμανικής νεωτερικότητας και στα επακόλουθά της. Καθώς η αφηγήτρια της νουβέλας κινείται ανάμεσα στα ελληνικά και τα αρμένικα και διασχίζει τους κοινωνικούς κόσμους της εργατικής γειτονιάς της στα Ταταύλα και τα αρχοντικά των διανοούμενων στην Κωνσταντινούπολη, η Αυτοκρατορία αναβιώνει μέσω των αστικών σαλονιών, των συζητήσεων μεταξύ σοσιαλιστών αστών, της καθημερινής κρατικής βίας και της ντροπής να επιβιώνεις από αυτήν. Στην αρχή αποτελεί μόνο αντικείμενο του άρθρου που γράφει για τον Μπάυρον, στη συνέχεια το λογοτεχνικό είδος που υπάρχει στον τίτλο αρχίζει να εισβάλει στην αφήγηση με τη μορφή εφιαλτών, ιστοριών φαντασμάτων και βρικολάκων, μέσα από τις οποίες η φρίκη της οριενταλίστικης οικειοποίησης, της καταπίεσης της κουήρ κοινότητας και μιας πόλης που κλείνεται στον εαυτό της αποκαλύπτονται εξίσου γοτθικές. Αυτό το έργο είναι η δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις TAVROS Press.
Τα Καφέ Αμάν της Νέας Υόρκης αποτελούν ένα παράδειγμα αυτής της συνάντησης. Στο Hâlimiz Duman (απόδοση στα ελληνικά: Είμαστε Xαμένοι) (2026), η Larissa Araz παρουσιάζει έναν δίσκο βινυλίου διερευνώντας τη μουσική κληρονομιά μεταναστευτικών κοινοτήτων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο δίσκος περιλαμβάνει ιστορικές ηχογραφήσεις με τον Αχιλλέα Πούλο και τη Μαρίκα Παπαγκίκα, μέσα από τις οποίες έρχεται στο προσκήνιο ο τρόπος με τον οποίο μια πολυεθνοτική διασπορά διαμόρφωσε μια κοινή γλώσσα μέσω της μουσικής. Οι ηχογραφήσεις γίνονται ένα μέσο διατήρησης της μνήμης και της συνέχειας μετά τον εκτοπισμό. Το δεύτερο έργο της Araz στην έκθεση, Marika’s Bar (2026), είναι μια εγκατάσταση από φώτα νέον που ανακατασκευάζει την επιγραφή του πρώτου Καφέ Αμάν που άνοιξε στη Νέα Υόρκη η Μαρίκα Παπαγκίκα, στη 34η Οδό. Η Araz κατασκεύασε το έργο μετά από έρευνα στις επιγραφές άλλων Καφέ Αμάν και αρχειακές εικόνες της 34ης Οδού από τη δεκαετία του 1940, δημιουργώντας ένα ουσιαστικά επινοημένο οπτικό ίχνος ενός χώρου για τον οποίο δεν έχει διασωθεί κανένα οπτικό στοιχείο. Ο χώρος αυτός ένωσε Αρμένιους, Έλληνες, Τούρκους, Αλβανούς, Άραβες και Εβραίους Σεφαραδίτες και κατά τη διάρκεια της Ποτοαπαγόρευσης, λειτούργησε ως παράνομο καφέ. Με την επινοημένη επιγραφή της Araz επανέρχεται ο χώρος αυτός στη «ζωή», διασώζοντας έναν τέτοιο χώρο συνάθροισης και μουσικής, κάποτε σημαντικό μέρος της ζωής της διασποράς στην πόλη, από το να χαθεί από την ιστορία.
Το Δύο Στρατόπεδα (2026) του Ζάφου Ξαγοράρη είναι μια γλυπτική και ηχητική εγκατάσταση που αναφέρεται στα στρατόπεδα Görlitz και Wünsdorf, τα οποία λειτούργησαν ως στρατόπεδα κράτησης Ελλήνων και Μουσουλμάνων αιχμαλώτων πολέμου αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανία. Τα δύο στρατόπεδα είχαν πολλές ομοιότητες, καθώς για πολιτικούς λόγους, οι κρατούμενοι κρατούνταν σε διφορούμενες συνθήκες, κάπου ανάμεσα σε φιλοξενία και εγκλεισμό. Εξέδιδαν εφημερίδες στις γλώσσες τους, έκαναν ηχογραφήσεις, ενώ το πρώτο τζαμί που χτίστηκε στη Γερμανία ήταν στο Wünsdorf. O Ξαγοράρης ανακατασκεύασε μια πινακίδα από το στρατόπεδο του Wünsdorf, η οποία πλαισιώνεται από επεξεργασμένες ηχογραφήσεις κρατουμένων από την Ελλάδα, τη Σενεγάλη, τη Μαδαγασκάρη, την Αλγερία, την Τυνησία, την Ινδία, το Νεπάλ και αλλού. Το έργο στήθηκε στο Σχολείο Αλληλεγγύης του Ταύρου, ένα αυτοδιαχειριζόμενο σχολείο-κολεκτίβα που προσφέρει μαθήματα ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες και ελληνικές οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, λειτουργώντας ως μια μορφή τοπικής ανταλλακτικής οικονομίας. Στημένο στην αυλή των μισογκρεμισμένων κτιρίων, το γλυπτό μαζί με τις ηχογραφήσεις του, ορατό από τον δρόμο, δημιουργεί μια φασματική και παράταιρη εικόνα του παρελθόντος με σύγχρονες αναφορές.
Το Industries of Denial (2025–2026) των Angela Melitopoulos και Kerstin Schroedinger είναι ένα εν προόδω οπτικοακουστικό ερευνητικό πρότζεκτ με θέμα τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνο-Βαγδάτη και τις πολιτικές της ιστορικής άρνησης που συνδέεται με αυτή. Το έργο εξετάζει πώς οι υποδομές, η οικονομική ανάπτυξη και οι αποικιοκρατικές πολιτικές της Γερμανικής Αυτοκρατορίας συνδέθηκαν με τη βία και τον εκτοπισμό μειονοτήτων στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς επίσης και με την εξάλειψη αυτών των ιστοριών. Μέσω χαρτογράφησης, φωτογραφιών αρχείου περασμένων σε φιλμ 16mm και ηχογραφήσεων-δοκιμίων κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, το έργο συνδέει την ιστορία της βίας των γενοκτονιών με τις διαδρομές της μετανάστευσης και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η ιστορία παρουσιάζεται και αποσιωπάται σήμερα. Στο Πολιτιστικό Κέντρο της Νίκαιας παρουσιάζονται τρία στάδια του πρότζεκτ: το Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 10: Από το Μουσά Νταγ στο Πορτ Σαΐντ, που παρουσιάστηκε το 2026 ως μέρος της έκθεσης Berlinale Forum Expanded, το Στάδιο 9: Σαμάνταγ – Αντάκια. Η Επιφάνεια Μηδέν της Ιστορίας και το Στάδιο 8: Μέσα από τα Όρη Αμανός. Γέφυρα, Σήραγγα, Υπέργεια διάβαση, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη Νίκαια. Τα έργα επανεξετάζουν την ιστορία των Αρμενίων στην περιοχή και της σχέσης τους με τις σιδηροδρομικές οδούς, εφιστώντας την προσοχή στα όσα επιβιώνουν μέσα από τα τοπία, τις εξιστορήσεις των ανθρώπων της περιοχής, καθώς και τις επίσημες εκδοχές της ιστορίας. Τα τρία κεφάλαια του έργου Industries of Denial θα φιλοξενηθούν στην Πνευματική Εστία της Νίκαιας, που εδρεύει σε μια περιοχή της οποίας η προσφυγική ιστορία επιβιώνει παρά τις συνεχείς προσπάθειες απάλειψής της.
ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2026
16:00 – 19:00 | Εγκαίνια έκθεσης & Παρουσίαση έργου
Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 10: Από το Μουσά Νταγ στο Πορτ Σαΐντ
Καλλιτέχνιδες: Angela Melitopoulos & Kerstin Schroedinger
Τοποθεσία: Πνευματική Εστία Νίκαιας, Καρακουλουξή Δ. 45, Νίκαια, 18450
20:00 – 20:40 | Διάλεξη-περφόρμανς
Waswas
Καλλιτέχνης: Vartan Avakian
Τοποθεσία: 1ος όροφος, Πολιτιστικός Χώρος της Αρμενικής Ευαγγελικής Εκκλησίας της Ελλάδος, Λαμίας 30, Πειραιάς, 18542
Η διάλεξη-περφόρμανς του Vartan Avakian Waswas καταπιάνεται με τον επίμονο μύθο του θαμμένου αρμενικού χρυσού και τη θέση του στη λαϊκή φαντασία της Τουρκίας. Αντλώντας από εκατοντάδες ώρες διαδικτυακού υλικού από φόρουμ αναζήτησης θησαυρών, η διάλεξη-περφόρμανς περιηγείται σε έναν κόσμο γεμάτο αινιγματικούς χάρτες, ξόρκια, φήμες και θεωρίες συνωμοσίας. Σε αυτούς τους χώρους, η λαογραφία συναντά το εμπόριο, καθώς προσφέρονται οδηγίες για τον εντοπισμό θησαυρών, την αποκωδικοποίηση συμβόλων και το λύσιμο των ξορκιών που πιστεύεται ότι προστατεύουν τα θαμμένα πλούτη, φανερώνοντας πώς η κληρονομιά της αρμενικής εκδίωξης συνεχίζει να στοιχειώνει το τοπίο.
21:00 – 22:30 | Προβολή ταινίας
Menq
Artavazd Peleshian, Αρμενία, 1969, 30 λεπτά
Χωρίς διάλογο
Ένας δυναμικός φόρος τιμής στον αρμενικό λαό, το Menq (στα ελληνικά: Εμείς) σκιαγραφεί ένα πορτρέτο της εξορίας, της επανένωσης, της συλλογικής έξαρσης, της καταστροφής και της ανοικοδόμησης, αποτυπώνοντας τις ταραχώδεις στιγμές της ιστορίας της Αρμενίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη Γενοκτονία των Αρμενίων.
Geographies
Chaghig Arzoumanian, Λίβανος, 2015, 72΄
Πρωτότυπη γλώσσα με αγγλικούς & ελληνικούς υπότιτλους
Τοποθεσία: Αρμενική Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος, Λαμίας 30, Πειραιάς, 18542
Μέσα από αφηγήσεις, φωτογραφίες και οικογενειακές μνήμες, η Chaghig Arzoumanian ανασυνθέτει την ιστορία της αρμενικής καταγωγής της, με αφετηρία την Ανατολία και τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Αναζητώντας τα ίχνη διαδοχικών εξοριών, η σκηνοθέτιδα συνδέει τις τραυματικές μνήμες του παρελθόντος με τις προσωπικές ιστορίες της οικογένειάς της. Από την Ανατολία έως τη Βηρυτό, το Κάιρο και τη Δαμασκό, η οικογενειακή ιστορία ξεδιπλώνεται σαν ένα πολύχρωμο υφαντό, φτιαγμένο από τις ξεχωριστές διαδρομές μιας διασκορπισμένης οικογένειας.
Σε συνεργασία με την Αρμενική Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος – (Θ.Ν.Π.) και το Μορφωτικό Πολιτιστικό Σωματείο «Αζαταμάρντ – Αρμενικά».
Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2026, 19:00 | Ανάγνωση
Ypsilon
Καλλιτέχνις: Βαλίνια Σβορώνου
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Μια επιτελεστική ανάγνωση γύρω από το Ypsilon της Βαλίνιας Σβορώνου. Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.
Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2026, 19:00 | Διάλεξη-περφόρμανς
A-n-other Archive: Decentralised Simultaneities around 1964
Καλλιτέχνες: Anna Bromley & Meltem Ahiska
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Η διάλεξη-περφόρμανς A-n-other Archive: Decentralised Simultaneities around 1964 βασίζεται στην αλληλογραφία μεταξύ των δύο συντελεστών και γύρω από διαφορετικές ιστορίες μετανάστευσης και μετακίνησης μεταξύ της Ανατολικής Γερμανίας, της Τουρκίας, της Κύπρου, της Συρίας και του Λιβάνου.
Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2026, 19:00 | Διάλεξη-περφόρμανς με ηχητικά αποσπάσματα
2 Στρατόπεδα
Καλλιτέχνης: Ζάφος Ξαγοράρης
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Η διάλεξη-περφόρμανς 2 Στρατόπεδα, με ηχητικά αποσπάσματα, εστιάζει σε δύο στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου στη Γερμανία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: το στρατόπεδο της Ημισελήνου στο Wünsdorf, όπου κρατήθηκαν περίπου 30.000 Άραβες, Ινδοί και Αφρικανοί αιχμάλωτοι, και το στρατόπεδο του Görlitz, όπου κρατήθηκε το Δ΄ Σώμα Στρατού του ελληνικού στρατού. Το έργο αντλεί από ηχογραφήσεις που έγιναν στα στρατόπεδα από τον Γερμανό γλωσσολόγο Wilhelm Doegen.
Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2026
16:00 – 18:30 | Περίπατος & συζήτηση
Κοινοί τόποι, κοινές ιστορίες
Συντελεστές: Ελένη Κατρίνη & Κυριακή Παπαθανασοπούλου
Σημείο αφετηρίας: θα ανακοινωθεί σύντομα
Η Νίκαια είναι μια πόλη που φτιάχτηκε μέσα από μετακινήσεις ανθρώπων. Μαζί τους μετακινήθηκαν γλώσσες, συνήθειες, επαγγέλματα, αντικείμενα και μνήμες, που βρήκαν χώρο σε σπίτια και γειτονιές, αλλά και ανάμεσά τους: στα περάσματα, στις πλατείες και στους κοινόχρηστους χώρους της πόλης. Η Ελένη Κατρίνη και η Κυριακή Παπαθανασοπούλου μας προσκαλούν σε έναν περίπατο που διασχίζει αυτούς τους ενδιάμεσους, κοινούς τόπους της Νίκαιας. Αντλώντας από προηγούμενες έρευνές τους στην περιοχή, συνομιλούν καθώς περπατούν και ακολουθούν τις ιστορίες ανθρώπων που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και έφτασαν εδώ μέσα από ετερόκλητες διαδρομές. Μέσα από τις ιστορίες τους, στιγμές και εμπειρίες μετανάστευσης συναντιούνται στον χώρο της σημερινής πόλης. Τι ιστορίες μπορεί να κρατά η πόλη; Πώς μοιράζονται τον χώρο άνθρωποι που φτάνουν από διαφορετικούς τόπους; Πότε ένας ξένος τόπος αρχίζει να γίνεται οικείος; Καθώς περπατάμε, ο δημόσιος χώρος γίνεται σημείο συνάντησης ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, φωνές και τρόπους κατοίκησης. Ο περίπατος καταλήγει στην Πνευματική Εστία Νίκαιας. Εκεί, γύρω από ένα τραπέζι με φωτογραφίες, κείμενα, αντικείμενα και άλλα ίχνη, η συζήτηση ανοίγει προς το κοινό. Οι ιστορίες που συναντήσαμε στη διαδρομή μπλέκονται με τις μνήμες και τις εμπειρίες των συμμετεχόντων, σχηματίζοντας μια προσωρινή, κοινή αφήγηση της πόλης.
19:00 | Εγκαίνια έκθεσης & Παρουσίαση έργου
Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 9: Σαμάνταγ – Αντάκια. Η Επιφάνεια Μηδέν της Ιστορίας
Καλλιτέχνιδες: Angela Melitopoulos & Kerstin Schroedinger
Τοποθεσία: Πνευματική Εστία Νίκαιας, Καρακουλουξή Δ. 45, Νίκαια, 18450
Η Angela Melitopoulos και η Kerstin Schroedinger παρουσιάζουν το Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 9: Σαμάνταγ – Αντάκια. Η Επιφάνεια Μηδέν της Ιστορίας. Το έργο εστιάζει στη Σαμάνταγ και την Αντάκια, φέρνοντας στο παρόν ερωτήματα γύρω από την ιστορία, τον εκτοπισμό και όσα παραμένουν από το παρελθόν.
Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2026, 20:00 | Συναυλία
Καλλιτέχνις: Μάρθα Μαυροειδή
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Η Μάρθα Μαυροειδή εμφανίζεται στο TAVROS στο πλαίσιο του δημόσιου προγράμματος AMAN AMAN. Περισσότερες πληροφορίες για τη συναυλία θα ανακοινωθούν σύντομα.
3–9 Δεκεμβρίου 2026 | Σειρά προβολών
Τοποθεσία: Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Μεγ. Αλεξάνδρου 136, Αθήνα, 104 35
Σειρά προβολών με ταινίες για τη μετανάστευση, που φέρνει ιστορικές ταινίες σε διάλογο με σύγχρονα έργα και σημαντικά αρχειακά ντοκουμέντα με σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές. Στο πλαίσιο του Athens Avant-Garde Film Festival (AAGFF) Special Edition: AMAN AMAN.
Περισσότερες πληροφορίες για τις προβολές θα ανακοινωθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2026, 17:00 | Εγκαίνια έκθεσης & Παρουσίαση έργου
Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 8: Μέσα από τα Όρη Αμανός. Γέφυρα, σήραγγα, υπέργεια διάβαση
Καλλιτέχνιδες: Angela Melitopoulos & Kerstin Schroedinger
Τοποθεσία: Πνευματική Εστία Νίκαιας, Καρακουλουξή Δ. 45, Νίκαια, 18450
Η Angela Melitopoulos και η Kerstin Schroedinger παρουσιάζουν το Βιομηχανίες της Άρνησης, Στάδιο 8: Μέσα από τα Όρη Αμανός. Γέφυρα, σήραγγα, υπέργεια διάβαση, ένα έργο που ακολουθεί τη διαδρομή μέσα από τα Όρη Αμανός και εξετάζει το τοπίο και τις ιστορίες που το έχουν διαμορφώσει.
Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2027, 19:00 | Διάλεξη-περφόρμανς
Καλλιτέχνις: Hera Büyüktaşçıyan
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Η διάλεξη-περφόρμανς της Hera Büyüktaşçıyan πραγματοποιείται στο TAVROS στο πλαίσιο του δημόσιου προγράμματος AMAN AMAN. Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.
Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2027
19:00 | Συζήτηση
Συντελεστές: Νατάσα Λαιμού, Δημήτρης Πρόκος, Μαικ Τσιλιγκιριάν, İSTASYON editions
Τοποθεσία: TAVROS, 1ος όροφος, Αναξαγόρα 33, 177 78 Ταύρος
Συζήτηση γύρω από την πολυγλωσσία, τη λογοτεχνία και εκδοτικές πρωτοβουλίες, μέσα από ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα.
20:00 | Περφόρμανς
Μέσα Mεταφοράς
Καλλιτέχνης: Δημήτρης Πρόκος
Τα Μέσα Mεταφοράς είναι ένα μουσικό έργο για κλαρινέτο, ηλεκτρονικά και προηχογραφημένο αρχειακό υλικό με κυρίαρχο τον live αυτοσχεδιασμό. Αφετηρία του αποτελούν μουσικές παραδόσεις που κινούνται μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Γερμανίας (δημοτικό και λαϊκό, anadolu rock, krautrock), σε συνδυασμό με τις κοινωνικές ιστορικές σχέσεις που τις συνδέουν, με έμφαση στην μετακίνηση και την πολυγλωσσία ως πολιτισμικές αλλά και ηχητικές συνθήκες. Επιλεγμένα φωνητικά δείγματα σε διαφορετικές γλώσσες, ιδιώματα και άλλες, συχνά μη επικοινωνιακές μορφές λόγου αντιμετωπίζονται ως πρωτογενή υλικά που διακόπτονται, επαναλαμβάνονται και μετασχηματίζονται μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την (επί τόπου ή προηγηθείσα) ηλεκτρονική επεξεργασία. Η ιστορική πορεία του κλαρινέτου από την κεντρική Ευρώπη προς τα Βαλκάνια και μέχρι την Ελλάδα και την Τουρκία χρησιμεύει θεωρητικά και συνθετικά στη σύνθεση και την εξέλιξη του έργου. Η μετάβαση και η μνήμη προσεγγίζονται ως μη γραμμικές καταστάσεις, όπου η ασυνέχεια, το κόμπιασμα, το λάθος και η παύση λειτουργούν δημιουργικά.
Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2027, 14:00–23:00 | Finissage
Το δημόσιο πρόγραμμα του AMAN AMAN ολοκληρώνεται με μια σειρά από εκδηλώσεις. Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα θα ανακοινωθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
[1] John Berger, And Our Faces, My Heart, Brief as Photos (Νέα Υόρκη: New York Review Books, 2026), 60-61.
[2] “Stresemannstrasse 30 – An Inventory,” στο ЯE:IMAGINE: THE RED HOUSE (Inventories / Interventions / Inventions) (Βερολίνο: Maxim Gorki Theater, 2025), 23.
[3] Nikos Papastergiadis, The Cosmos in Cosmopolitanism (Κέιμπριτζ: Polity Press, 2023), 130.
Credit
Το AMAN AMAN είναι ένα πρότζεκτ των Goethe-Institut Athen, SİNEMA TRANSTOPIA και TAVROS, σε συνεργασία με το Goethe-Institut Izmir, το Goethe-Institut Thessaloniki, τα Münchner Kammerspiele, το İç İçe – Festival für neue anatolische Musik, την Kulturakademie Tarabya, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και το DFF–Deutsches Filminstitut & Filmmuseum Frankfurt.
Υποστήριξη
Το πρότζεκτ χρηματοδοτείται από το Goethe-Institut Athen. Η έκθεση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη και την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, και με την υποστήριξη του SAHA Association. Η συνεισφορά καλλιτεχνών-ιδων με βάση την Τουρκία υποστηρίζονται από το Vehbi Koç Foundation. H σειρά προβολών του πρότζεκτ ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ και καλλιτεχνικές συνεισφορές στο δημόσιο πρόγραμμα συγχρηματοδοτούνται από το γερμανικό Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών από πόρους του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον.
Ευχαριστίες
Ευχαριστούμε τον Νεκτάριο Παππά, την Κατερίνα Στεφανιδάκη, τον Christopher Li (Lautarchiv, Πανεπιστήμιο Humboldt) και τον Maurice Mengel (Εθνολογικό Μουσείο του Βερολίνου) για την υποστήριξή τους στην έρευνα και την παραγωγή του έργου του Ζάφου Ξαγοράρη.